Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά;

 

 Εφημερίδα των Συντακτών, 20-21 Ιουλίου 2013

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------

   "Μαζί τα φάγαμε" είπε ο Αριστοφάνης;

   

Οι γκραβούρες ιατρικού εν¬διαφέροντος παρουσιάζουν κάποτε τους λειτουργούς του Ασκληπιού να φέρουν στο πρό¬σωπο ένα τεράστιο αλλόκοτο ράμφος. Υποθέτουμε βασίμως ότι και κατά τον Μεσαίωνα οι θεράποντες θα είχαν επι¬σημάνει πως η μετάδοση των ασθενει¬ών σχετίζεται με τη σωματική επαφή ή την απλή προσέγγιση. Το αποκρουστικό ράμφος καθιερώθηκε (κατά τον γρά¬φοντα) για να αποτρέπει την εγγύτη¬τα και την επακόλουθη μόλυνση. Αυτή η εντυπωσιακή προσωπίδα εξάλλου εξασφάλιζε το απερίγραπτο δέος του ασθενούς για τον μασκοφόρο και την ανάλογη οικονομική του υποδοχή. Ενα παρόμοιο προσωπείο, πολλαπλάσιο σε μέγεθος, κόστος και σημασίες, φέρουν και οι λειτουργοί του υψίστου.
 
 
Αγαπητοί αναγνώστες, μεγάλος αριθ¬μός των κατά τον κ. Ανθιμο αμαρτιών καταδικάζονται από το κράτος ως παρα¬βάσεις και κακουργήματα. Η Εκκλησία έχει στο οπλοστάσιό της πλήθος ακόμα ανθρώπινες ενοχές για να εκβιάζει τους φοβικούς: το προπατορικό αμάρτημα, λόγου χάριν, τις λάγνες επιθυμίες ή τους ανόσιους συλλογισμούς. Εάν ήθελαν οι άγιοι πατέρες, τότε η τρέχουσα δικαιο¬σύνη θα τιμωρούσε και τις αμαρτίες αυ¬τές ως αδικήματα. Αλλά η Εκκλησία θα έχανε τους λόγους της ύπαρξής της. Με πρόσχημα τη συγχώρεση αυτών των κρι¬μάτων έρχεται σε επαφή με το χριστεπώ¬νυμο πλήρωμα. Και είναι γνωστό πως ο δάσκαλος μας υποδέχεται ως αγράμμα¬τους, ο γιατρός μάς βλέπει ως ασθενείς και ο ιερέας μάς θεωρεί παλιανθρώπους. Και για να μη μολυνθούν από τα ανοσι¬ουργήματα των μιαρών πολιτών, οι αγα¬θοί λευίτες καθιέρωσαν και αυτοί ένα απροσδιόριστου μεγέθους αποτρεπτικό ράμφος. Το αποτελούν η παγιωμένη αρ¬χαΐζουσα γλώσσα της «Θείας λειτουρ¬γίας», η ιδιότυπη φωνητική βυζαντινή μουσική, ο εξπρεσιονισμός -μοναδικός και ανεπανάληπτος- των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων και η ξεχωρι¬στή αρχιτεκτονική των ναών. Και ακό¬μα: η καρναβαλικού τύπου αμφίεση των ιερέων και τα ψευδώνυμα με τα οποία θωρακίζονται οι κληρικοί έναντι των λαϊκών. Προσωπείο ή ράμφος, ο συντά¬κτης του παρόντος θα υπερασπιζόταν με νύχια και με δόντια την παστερίωση της ορθοδοξίας, όχι επειδή επί του προ-κειμένου καταλαμβάνεται -ο γράφων- από μια πυρέσσουσα ζαν-ζακ-ρουσίτιδα αλλά λόγω αναπτύξεως του «στίλβοντος ποδηλάτου».
 
 
Ο Φρόιντ έλεγε πως η θρησκεία εί¬ναι μια παγκόσμια νεύρωση. Οι πιστοί που εμφορούνται από την πεποίθηση πως κάποιοι αντίχριστοι κακούργοι σταύρωσαν τον Θεό τους (μεταξύ των δημίων υπήρξε ασφαλώς και ένας προ¬πάτοράς τους) εκδικούνται την ανθρω¬πότητα με ιδεοληψίες, παραληρήματα και οπτασιασμούς. Και με το οπλοστά¬σιο του κράτους αλλά και την επικου¬ρία των μεταφυσικών φόβων (μεταφέ¬ρονται επί της γης από τον κ. Σαμαρά συνομιλητή του Θεού) απαιτούν, αξιώ¬νουν δουλοπρέπεια και τυφλή υποταγή, όπως οι κατακτητές από τους σκλάβους. Και ενώ η Αριστερά έναντι της Εκκλη¬σίας πολιτεύεται με ανεξιθρησκία, οι αρχιερείς επιμένουν στη μισαλλοδο¬ξία τους επειδή θέλουν την ορθοδοξία μία, καθολική και οικουμενική. Ο Φ. Ντοστογιέφσκι γράφει στους «Καρα¬μαζώφ»: «Αυτή η ανάγκη της συμφω¬νίας στη λατρεία είναι το μεγαλύτερο βασανιστήριο και του ανθρώπου χω¬ριστά αλλά και της ανθρωπότητας στο σύνολό της από την αρχή του κόσμου. Γι’ αυτήν την κοινή λατρεία αλληλοεξο¬ντώνονταν με το σπαθί». Οσον αφορά εμάς, το πρόβλημα της μισαλλοδοξίας θα έλυνε διά παντός η πλήρης ή γενική απουσία οποιασδήποτε λατρείας. Αλλά, ως γνωστόν, ο καθένας είναι έτοιμος να πολεμήσει υπέρ της εξάρτησής του. Κατά συνέπεια φορολογούνται οι πλα¬νόδιοι κουλουροπώλες και ουδέποτε η Εκκλησία. Ταμειακές μηχανές τοποθε¬τήθηκαν και στα περίπτερα και ούτε μία σε ενοριακό παγκάρι. Ο κάθε κτηνοτρό¬φος πληρώνει τους βοσκούς από την τσέπη του αλλά τους καλούς ποιμένες πληρώνει το Δημόσιο. Για τούτο με ικα¬νοποίησαν οι δηλώσεις του κ. Κουράκη που αφορούσαν τα οικονομικά της Εκ¬κλησίας των Ανθιμων. Μελανό σημείο των προτάσεών του βεβαίως παραμένει το γεγονός ότι επ’ αυτών συμφωνεί και ο κ. Στουρνάρας. www.gianniskalaitzis.gr
 Από τον τακτικό μας αναγνώστη, κ. Πάνο Αθανασίου, λάβαμε την επιστολή που ακολουθεί.

 

Κύριε Καλαϊτζή,

 

Λησμονώ σε ποιον ανήκει το επίγραμμα: «δημοσιογράφος είναι αυτός που εκθέτει κατά τρόπο συναρπαστικό ιδέες που ουδέποτε είχε». Αλλά θυμάμαι το γνωμικό του Φλομπέρ: «Ο κριτικός διαφέρει από τον καλλιτέχνη όσο το καρφί του λόχου από τον στρατιώτη». Και θα είχα λάβει σοβαρά υπ” όψιν τα ως άνω αποφθέγματα εάν σκόπευα να κρίνω τον «Πλούτο» του κ. Σαββόπουλου. Αναλογίζομαι μόνον τους προτρεπτικούς και διδακτικούς λόγους με τους οποίους συνόδευσε τη θεατρική του προσπάθεια.

 

Δεν είδα την παράσταση. Επειδή αφ” ενός δεν διαθέτω τα απαιτούμενα χρήματα και αφ” ετέρου θαύμασα το ανέβασμα του «Πλούτου» πριν τον κατακλυσμό στο Ηρώδειο, όταν ο Χριστόφορος Νέζερ ερμήνευσε τον Χρεμύλο, ο Παντελής Ζερβός τον Καρίωνα, η Αννα Ραυτοπούλου την Πενία και ο Μιχάλης Καλογιάννης τον επώνυμο ρόλο. Εξ άλλου υποπτευόμουν βασίμως πως και αυτός ο Αριστοφάνης θα παρουσιαζόταν σε ελεύθερη απόδοση, κατάφορτος ανακαινίσεων, επειδή προφανώς ένα έργο του 388 προ Χριστού, εφ” όσον παρασταθεί φέρ” ειπείν το 1965 μετά Χριστόν, δεν έχει υποστεί ακόμα την ικανή και αναγκαία ανανέωση. Αντλώ τις πληροφορίες μου από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, την αδελφή μου και τον σύζυγό της, που ταξίδευσαν στην Επίδαυρο με τα πούλμαν «Ερκινα».

 

Και δεν θα ξεχάσω ένα σημείωμα του Βάρναλη γι” αυτή την τελευταία κωμωδία του Αριστοφάνη. Η Αθήνα ύστερα από το ολέθριο τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου: Τυραννία των τριάκοντα, κατάλυση της ελεύθερης πολιτείας και ένας πόλεμος ακόμα. «Μεγάλη δυστυχία έδερνε το φτωχολαό και προ πάντων τους αγρότες. Μονάχα οι πολεμοκάπηλοι, οι δημαγωγοί, τα τρωκτικά του δημοσίου ταμείου και οι συκοφάντες, αυτοί οι τρομοκράτες των τιμίων πολιτών, κερδίζανε από την κοινή δυστυχία». Εντυπωσιακές οι αναλογίες με το σήμερα, ε; Τι είπε για όλα αυτά η παράσταση του κ. Σαββόπουλου; Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα και τους θεατές, επανέλαβε τη χοντράδα του Πάγκαλου, σε ελεύθερη απόδοση.

 

Εν τούτοις, θες επειδή βαριακούει, θες η αναφορά του συνθέτη στα πούρα και στο σούσι, ο Σταύρος ο γαμπρός μου επέστρεψε από την Επίδαυρο βέβαιος πως αυτός ο «Πλούτος» ήταν μια διασκευή της «Μαντάμ Σουσούς».

 

Αντιθέτως, η προσγειωμένη Μαριάνθη (η αδελφή μου) μου “φερε ένα χαρτί απ” τον εκτυπωτή και μου “δειξε τον τίτλο: «Ο Τιτανικός της Ολυμπιάδας 2004». Το δημοσίευμα της παλιάς καλής «Ελευθεροτυπίας» υπογράφει ο Αρης Χατζηγεωργίου. «Μα είναι δυνατόν [διαβάζουμε στη β' παράγραφο] να ευθύνονται για το έλλειμμα παγόβουνο των 300 δισ. ευρώ οι Ολυμπιακοί Αγώνες;» αναρωτιούνται κάποιοι… και έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, όχι μόνο διότι ωφελήθηκαν προσωπικά αναλαμβάνοντας δημόσια έργα, κερδίζοντας χρήμα, φήμη και αξιώματα. Φταίει και το γεγονός ότι, έξι χρόνια μετά, ουδείς έχει καταλήξει σε μια σαφή και συνολική κοστολόγηση του εγχειρήματος.

 

Κατόπιν αυτών, η χρεοκοπία της χώρας αποδίδεται στα διακοποδάνεια και στο σούσι.

 

- Στη Μαντάμ Σουσού, ξεφώνησε ο Σταύρος.

 

- Ξεχνάς «το τραγούδι του Αρία», μουρμούρισε η Μαριάνθη, το τραγούδι του παρία κατάλαβε ο Σταύρος και το βούλωσε.

 

Κύριε Καλαϊτζή, ο Γεράσιμος ή Τζέρυ, εγγονός της Μαριάνθης, τόλμησε να εφαρμόσει το τραγούδι του Αρία (μουσικός επίλογος της παράστασης), κάνοντας για ένα βράδυ το κορίτσι του και αυτός ελεύθερο κάμπινγκ στην παραλία. Τραγουδώντας, λοιπόν, «παρέα με το κύμα το αφρισμένο θα χτίσουμε φωλιά ερωτική», κρατούνται αυτοί κι ακόμα ένα ζευγάρι στο «οικείον αστυνομικό τμήμα» έως ότου ξεπληρώσουν το προβλεπόμενο πρόστιμο, που διπλασιάστηκε πρόσφατα και καταβάλεται στον «προϊστάμενο της υπηρεσίας». Το κάμπινγκ απαγορεύεται αυστηρά και κοστίζει πολλά. Για τούτο, ας τραγουδήσουμε το τραγούδι του παρία, κατά τις επιταγές του κ. Σαββόπουλου.

 

Ποτέ δεν ονειρεύτηκα να φάω

 

χαβιάρι, μπον φιλέ και φουά-γκρα

 

κάνα σουβλάκι να μην κολατσίσω

 

δυο τρεις ελίτσες με τυράκι και ψωμί

 

Ποτέ δεν ονειρεύτηκα τραπέζι

 

με αστακούς, πάπια Πεκίνου και γουόν τον

 

ποτέ πατάτες να μην ξαναψήσω

 

με κολοκύθια, μελιτζάνες στο ταψί

 

Μας φτάνει μόνο μια μαρίδες στο τηγάνι

 

και μια μπιρίτσα παγωμένη με αφρό

 

Μας φτάνει μόνο μια χωριάτικη σαλάτα

 

η Ολγα Τρέμη κι ο Πρετεντέρης στην Τιβί

 

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

 

Πάνος Αθανασίου

 

Συνοικισμός Λιβαδειάς