Κείμενα δημοσιευμένα στο περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ

 

  Ο κ. Βύρων Μορώ
  Enditorial τεύχους #18, Μάρτιος 2007

 

   «Θα ένιωθα πεντάµονος αν δεν υπέγραφα»
   Βύρων Πολύδωρας

   Από τότε που η Ζαν Μορώ χάθηκε σε εκείνη την µοναχική περιπλάνηση στη «Νύχτα» του Αντονιόνι, κάθε βαρυθυµία, δυσπεψία, παραξενιά, αγοραφοβία, αϋπνία ονοµάστηκε µοναξιά, µε την ίδια ευκολία που στη γλώσσα της πιάτσας κάθε µειονέκτηµα, κάθε αδυναµία ονοµάζεται µαλακία.
   Σε έναν τόπο όπου από την εποχή του Αγίου Αντωνίου η µοναξιά είναι επάγγελµα, η «Νύχτα» θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη. Αλλά, εδώ, µοναστήρια λέµε τη γνωστή αλυσίδα προσκυνηµατικού τουρισµού. Ο προκαθήµενος των ορθοδόξων είναι ο χαρακτηριστικός τύπος τού κοσµοπολίτη. Χριστούγεννα κάνει στο Παρίσι ή στις Άλπεις. Η πιο ισχυρή µονή τής χώρας, η µονή Πετράκη, έχει έδρα το Κολωνάκι. Γνωρίζουµε, βέβαια, και µονές µακριά από τις πόλεις, όπως το Δαφνί 900 χιλιόµετρα µακριά από την Αλεξανδρούπολη και το µοναστήρι της Καισαριανής 12 ώρες µε το φέρι-µποτ απ’ τα Χανιά.
   Τον περασµένο µήνα, ο κ. Πολύδωρας επρόκειτο να συζητήσει στις Βρυξέλλες µε τους άλλους 25 οµολόγους του και να υπογράψει µια συµφωνία αστυνοµικής συνεργασίας, µια τράπεζα πληροφοριών για τροµοκράτες και ύποπτους τροµοκρατίας. Το κράτος κοινός καταδότης, δηλαδή, εις βάρος των πολιτών του. Ο κ. Βύρων Πολύδωρας είχε αποφασίσει να µην την υπογράψει. Και το γνωστοποίησε.
   Αλλά τώρα ξέρεις πώς γίνονται αυτά. Τελευταία στιγµή αναγγέλθηκε µια επίσκεψη του Αµερικανού πρέσβη. Ο Βύρων στήθηκε στο υπουργείο. Έχασε την ειδική πτήση και ο Αµερικανός δεν ήρθε. Βολεύτηκε σε ένα αεροπλάνο Σίδνεϋ-Βρυξέλλες µέσω Φρανκφούρτης, όπου καθηλώθηκε για 6 ώρες. Στις Βρυξέλλες εξαφανίστηκαν οι βαλίτσες του. Οι υπουργοί είχαν διακόψει για την επόµενη. Τον υποδέχονται δύο νέοι φρουροί. Ο ένας µιλούσε µόνο φλαµανδικά και ο άλλος µόνο βαλωνικά.
   Θα έµενε σε ένα ξενοδοχείο 30 χλµ. µακριά απ’ το κέντρο. Είχαν διώξει το προσωπικό του αυτοκίνητο. Ο ταξιτζής τον άφησε σε λάθος σηµείο. Περπάτησε 4 χλµ. µε τα πόδια. Σε µια σινεµατέκ παίζανε µια ρετροσπεκτίβα τού Αντονιόνι. Ο ρεσεψιονίστ τον ρώτησε αν θέλει συντροφιά για τη νύχτα. Ζητάει ένα µπουκάλι νερό. Ανοίγει µε τιρµπουσόν και δεν έχουν. Του συνέστησαν να αποφύγει το ασανσέρ. Στους διαδρόµους αισθανόταν πλάι του εκείνο το δεκάχρονο αγόρι συνοδό των δύο γυναικών της «Σιωπής» που η µοναξιά τούς τρώει τα σωθικά. Το µπάνιο δεν διαθέτει ζεστό νερό. Πάνω στο κοµοδίνο µια Βίβλος και µια γυάλινη σφαίρα. Μέσα της αχνοφαίνεται ένα χιονισµένο αγροτόσπιτο. Κλείνοντας τα βλέφαρα την αφήνει να πέσει καθώς ψιθυρίζει «Ρόουζµπαντ» µε το γρέζι του «Πολίτη Κέιν» πανίσχυρου και µόνου.
   Στη «Μοναξιά του δροµέα µεγάλων αποστάσεων» όλοι περιµένουν τον ήρωα και αφηγητή. Εκείνο το πρωί, για τον Πολύδωρα δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. Έµεναν µόνο οι υπογραφές. Του δείξαν µια καρέκλα δίπλα στα ουρητήρια. Θυµήθηκε τον Μινωτή τυφλό και ανάπηρο στο «Τέλος του παχνιδιού» και την Τσίγκου βυθισµένη στη γη στις «Ωραίες µέρες» του Μπέκετ.
   Στα ελληνικά, τα συγγενικά τής µοναξιάς είναι κα’ να δυό. Η γλώσσα δεν τα χωνεύει. Το ίδιο και τα αντίθετά της. Στο λεξικό του Βοσταντζόγλου σελ. 23, κεφ. ενότης 52-54, στην κατακλείδα των αντιθέτων τής µοναξιάς, ο Βύρων είχε διαβάσει «συνοδεία αστυνοµικών, κουστωδία».
   Χρειάστηκαν την καρέκλα και την πήραν. Κάθισε στις φτέρνες του. Κάθε φορά που κάποιος πήγαινε προς νερού του, άκουγε την παλίρροια καθώς καβαλούσε τον Ντόναλντ Πλέζανς έρηµο και σκότεινο στο τελευταίο πλάνο της «Νύχτας των δολοφόνων». Του ’δωσαν ένα χαρτί και υπέγραψε.


   «Τη νύχτα αυτή η αστυνοµία
   Μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο...»

   Γιάννης Καλαϊτζής