Κείμενα δημοσιευμένα στο περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ

 

  Ο Ερυσίχθων τώρα
  Enditorial τεύχους #23, Αύγουστος 2007

 

   Ζητήσαµε από τον Φ. Κ. να µας γράψει ένα κείµενο για την καταστροφή τής Πάρνηθας. Μετά από πέντε µέρες µάς έστειλε το γραπτό που ακολουθεί. Το δηµοσιεύουµε κατόπιν διαπραγµατεύσεων. Διαβάστε το.
   «Το βράδυ που χάθηκαν οι τρεις δασοπυροσβέστες στην Κρήτη, µαγείρευα ένα ρύζι µε µαϊντανό και ντοµάτα, αλλά δεν είχα τίποτα να πιω. Παράγγειλα ένα λευκό κρασί στην “Πίτσα Βενέτσια” και µια σαλάτα προσούτο για πρόσχηµα. Όταν χτύπησε το κουδούνι ήµουν στο δεύτερο πιάτο και ξαναδιάβαζα τα κατορθώµατα του Ερυσίχθωνος στην Ελληνική Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών. Αν και ήταν 12.30 το βράδυ, άνοιξα την πόρτα και µαζί µε τον Πακιστανό της “Βενέτσια” µπήκε σπίτι και ο Πυριφλεγέθων. Ευτυχώς δούλευε το αιρκοντίσιον. Η σαλάτα ήταν για κλάµατα ή εγώ µύριζα χορτασίλες. Την έχωσα στο ψυγείο µαζί µε τη διαστηµική συσκευασία της και άνοιξα το κρασί. Ρίξε µια µατιά στον µύθο τού Ερυσίχθωνος αν δεν τον ξέρεις ήδη. Και βέβαια, αρνούµαι να υπογράψω αυτή τη σελίδα. Χαίρε.
   »Στη Θεσσαλία, στον κάµπο τού Δωτίου όπου βασίλευε ο Ερυσίχθων, ο γιος του Τριόπα, οι Πελασγοί κάτοικοι είχαν αφιερώσει στη Δήµητρα ένα πυκνό άλσος από πεύκα, φτελιές, αχλαδιές, µηλιές και άλλα δέντρα. Κάποτε, όµως, ο νεαρός βασιλιάς θέλησε να µεγαλώσει το παλάτι του χτίζοντας µια µεγάλη αίθουσα για τα συµπόσιά του. Από κάποιον κακό δαίµονα σπρωγµένος, πήρε µαζί του 20 χεροδύναµους δούλους και πήγε στο άλσος τής θεάς για να κόψει ξύλα που του χρειάζονταν για τη στέγαση της αίθουσας. Εκεί διάλεξε µια πανύψηλη λεύκα και πρόσταξε να τη ρίξουν κάτω. Άδικα η Δήµητρα, παίρνοντας τη µορφή τής ηλικιωµένης ιέρειάς της, δοκίµασε να τον συγκρατήσει, θυµίζοντάς του πώς τα δέντρα εκείνα ήταν ιερά. Εκείνος αγρίεψε και απείλησε, αν δοκίµαζε να τον εµποδίσει, να τη σκοτώσει µε το τσεκούρι που κρατούσε. Θυµωµένη η Δήµητρα πήρε ξαφνικά τη θεϊκή της µορφή και ενώ τα πόδια της πατούσαν ακόµα στη γη, το κεφάλι της άγγιζε τον ουρανό. Οι δούλοι το έβαλαν αµέσως στα πόδια τροµαγµένοι, εκείνη όµως –ξέροντας πως δεν έφταιγαν αν υπάκουσαν στην προσταγή τού κυρίου τους– δεν τους πείραξε, µόνο γύρισε στον Ερυσίχθονα και του είπε: “Χτίσε, σκύλε, την τραπεζαρία που θέλεις. Θα χρειαστεί αλήθεια να τρως πολύ συχνά εκεί µέσα!” και τον καταράστηκε να νιώθει αδιάκοπη πείνα. Χωρίς να µπορεί ποτέ να χορτάσει.
   »Έτσι άρχισε το µαρτύριο τού Ερυσίχθονα. Είκοσι µάγειροι τού ετοίµαζαν τα φαγητά, δώδεκα δούλοι τον κερνούσαν κρασί, χωρίς να τον προφταίνουν.
   »Τώρα θα µου πεις, πού είναι οι φωτιές και οι πυρκαγιές; Να ’τες: Είχαν δώσει στον Ερυσίχθονα το επώνυµο Αίθων (από το αίθω = καίω), γιατί όπως η φωτιά φουντώνοντας τα τρώει όλα µε τις φλόγες της, έτσι κι εκείνος σε λίγο καιρό είχε φάει όλα τα κοπάδια του πατέρα του, πρόβατα, γίδια, αγελάδες, άλογα, ακόµα και τα µουλάρια και τις γάτες. Έβγαινε στα τρίστρατα και ζητιάνευε για µια µπουκιά αποφάγια. Στο τέλος, πούλησε την κόρη του για να ‘χει κάτι να φάει. Αυτή, που ήταν µάγισσα, το ‘σκαγε απ’ τον αφέντη της και γύριζε στον πατέρα της µε µορφή ζώου. Την έψηνε και την έτρωγε. Η κόρη ξαναγεννιόταν, και γινόταν το ίδιο ξανά και ξανά, µέχρι που ο Ερυσίχθων στην απελπισία του σπαράζει και τρώει τις ίδιες του τις σάρκες».
   Φ. Κ.

   Για την αντιγραφή
   Γιάννης Καλαϊτζής